fbpx
 
 
 

 

dsc08646 thumb large

Μια εκτός σεζόν εκδρομή μάς δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε την άγρια πλευρά της καστροπολιτείας, να εντρυφήσουμε στην αρχιτεκτονική και στη γαστρονομία της.

Η Μονεμβασιά είναι ένας οικείος προορισμός σχεδόν σε όλους. Είναι τουριστική και χιλιογραμμένη σε ταξιδιωτικούς οδηγούς. Και όμως, στις αρχές της χρονιάς, που την επισκεφθήκαμε εμείς, ήταν άδεια. Είχε ελάχιστους επισκέπτες, που δεν επιβάλλονταν με τη βαβούρα τους, κι έτσι μπορούσες πραγματικά να καταλάβεις τη διφορούμενη φύση του βυζαντινού κάστρου, που από τη μια σε αγκαλιάζει γλυκά σαν ήρωα ιστορικού μυθιστορήματος, από την άλλη σε εγκλωβίζει σαν σε γκέτο. Αξίζει να επισκεφθείτε τη Μονεμβασιά τώρα, τους πρώτους μήνες του χειμώνα. Να εντρυφήσετε στη γαστρονομία της, με γευσιγνωσίες ελαιολάδου, τσαΐτια και αμυγδαλωτά, αλλά και στην αρχιτεκτονική της, μαθαίνοντας για τις εκκλησίες και τα ενετο-οθωμανικά σπίτια της. Κι αν κάποια στιγμή το Κάστρο σάς πέσει βαρύ, η Λακωνία προσφέρει κι άλλες εμπειρίες, από οινογευσίες του ιστορικού οίνου Μαλβαζία στις Βελιές και νόστιμη γραβιέρα με μπούκοβο στη Συκιά μέχρι πεζοπορία στο δάσος, για να δείτε τον παραδοσιακό νερόμυλο στα Τάλαντα.

ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΑΝΕΥ ΞΕΝΑΓΟΥ

Άγιος Νικόλαος. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Για τους ιστοριολάτρες η Μονεμβασιά είναι ιδανικός προορισμός, όχι μόνο γιατί έχουν ολοκληρωθεί μια σειρά από μεγάλα έργα (όπως είναι η αποκατάσταση της Αγίας Σοφίας, του Φάρου, του ανατολικού τείχους της Κάτω Πόλης κ.ά.), αλλά και γιατί υπάρχουν επεξηγηματικές πινακίδες σε πάρα πολλά σημεία. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμα κι αν δεν έχετε μαζί σας κάποιον γνώστη, μπορείτε να περιηγηθείτε και να μάθετε την ιστορία της καστροπολιτείας μόνοι σας. Για τους επιμελείς «μαθητές» τα... SOS είναι οι πέντε πιο γνωστές εκκλησίες: Ελκόμενος Χριστός (τρίκλιτη βασιλική με μια εκπληκτική εικόνα της Παλαιολόγειας Αναγέννησης, που έπειτα από μια απίστευτη ιστορία αρχαιοκαπηλίας επέστρεψε στη Μονεμβασιά), Παναγία Χρυσαφίτισσα (οκταγωνικός ναός της Α΄ Τουρκοκρατίας), Παναγία Μυρτιδιώτισσα ή Κρητικιά (μονόκλιτη βασιλική της Β΄ Ενετοκρατίας), Άγιος Νικόλαος (ναός του 1703, που λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος) και Αγία Σοφία (οκταγωνικός ναός του 12ου αιώνα, που λανθασμένα θεωρείται αντίγραφο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, αφού αρχικά ήταν αφιερωμένος στην Παναγία Οδηγήτρια). Η Αγία Σοφία είναι η μόνη από τις πέντε εκκλησίες που βρίσκεται στην Άνω Πόλη, στην οποία θα ανεβείτε από το καλντερίμι που ξεκινά από την Κάτω Πόλη. Πέρα από τις εκκλησίες, αξίζει μια βόλτα μέχρι το Πορτέλο (την πύλη που οδηγεί στη θάλασσα) και τη μικρή, πλην όμως ενδιαφέρουσα, Αρχαιολογική Συλλογή, η οποία στεγάζεται στο παλιό τζαμί.
• Αγία Σοφία, Παρασκευή-Δευτέρα 08.30-15.30, ελεύθερη είσοδος • Αρχαιολογική Συλλογή, τηλ. 27320-61403, καθημερινά εκτός Τρίτης 08.30-15.30, είσοδος 2 ευρώ

Γευσιγνωσία ελαιολάδου και κρασιών

Δίπλα στην Παναγία Χρυσαφίτισσα βρίσκεται ο παραδοσιακός ξενώνας Κελλιά (γνωστός ως το μέρος όπου γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος), στον οποίο διοργανώνονται γευσιγνωσίες ελαιολάδου και τοπικών οίνων. Περάστε για να δοκιμάσετε έξτρα παρθένα βιολογικά λάδια ψυχρής έκθλιψης από αθηνολιά και κορωνέικη, αλλά και κρασιά από τρεις Λάκωνες παραγωγούς, όπως είναι η λευκή Κυδωνίτσα του Βατίστα, ο ημίγλυκος ροζέ Ανθοσμίας του Τσιμπίδη και το κόκκινο βιολογικό Μαυρούδι του Θεοδωρακάκου. Συνοδεύστε τα με γραβιέρα, λούπινα (καρποί που ομώνυμου φυτού) και καππαρόμηλα (κάππαρη με κοτσάνι). Πέρα από τις γευσιγνωσίες, τοπικά προϊόντα θα βρείτε στο Κελάρι και στο Εδωδιμοπωλείο, τα δύο παντοπωλεία στο Κεντρικό Καλντερίμι.
• Κελλιά, τηλ. 27320-61520 • Κελάρι, τηλ. 27320-61695 • Εδωδιμοπωλείο, τηλ. 27320-61303

 

Ο ναός του Ελκομένου Χριστού στο Κάστρο. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Στάσεις για λαζάνια και τσαΐτια

Στα μέσα Ιανουαρίου, αρκετές ταβέρνες και εστιατόρια του Κάστρου πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Δύο μαγαζιά-στυλοβάτες της μονεμβασίτικης γαστρονομίας που βρήκαμε ανοιχτά ήταν το Οινόμελο και οι Βόλτες. Το πρώτο, με νέα διεύθυνση εδώ και λίγες εβδομάδες, σερβίρει στραπατσάδα με σύγλινο, ντόπιο λουκάνικο και τσαΐτι, την παραδοσιακή χορτόπιτα της περιοχής με χειροποίητη λεπτή ζύμη, που παρασκευάζεται τη στιγμή της παραγγελίας, και διάφορα χόρτα και μυρωδικά (σπανάκι, μαρούλι, καυκαλήθρες). Στο δεύτερο, το μενού συνδυάζει το παραδοσιακό με το σύγχρονο, με πιάτα όπως γλίνα (παστό χοιρινό) με καροτοσαλάτα κυδωνιού και λαζάνια ολικής άλεσης με ντοματίνια και σφέλα. Πέρα από το φαγητό, οι Βόλτες είναι ένα μαγαζί με ξεκάθαρη ταυτότητα και μελετημένες λεπτομέρειες στα πάντα, από το όνομα («Βόλτες» λέγεται το μονοπάτι που ενώνει την Κάτω με την Άνω Πόλη) μέχρι τη διακόσμηση (η κουζίνα είναι ανοιχτή, με μεσοτοιχίες που παραπέμπουν στα παραδοσιακά χωρίσματα των μονεμβασίτικων σπιτιών, τους τσατμάδες). Αν έχετε όρεξη για μια εκδρομή μισής ώρας, πολύ καλή είναι και η ψαροταβέρνα του Διαμαντή στο λιμάνι του Γέρακα, που σερβίρει τέλεια σαλάτα σαλαμούρα (καβούρι, γαρίδα, σουπιά) και κριθαρότο καλαμάρι με πέστο βασιλικού.
• Οινόμελο, τηλ. 27320-61549 • Βόλτες, τηλ. 27320-61919 • Διαμαντής, τηλ. 27320-23849

Αμυγδαλωτά και σαμουσάδες

Η Γέφυρα είναι ο σύγχρονος οικισμός, που είναι χτισμένος έξω από το Κάστρο και, παρότι αισθητικά είναι αδιάφορος, προσφέρει στους Μονεμβασίτες τις ευκολίες που στερούνται οι κάτοικοι του Κάστρου (όπου απαγορεύονται τα αυτοκίνητα και πρέπει να μεταφέρεις τα πάντα στα χέρια, από ψώνια μέχρι βαλίτσες). Αξίζει μια στάση σε κάποιο από τα τρία ζαχαροπλαστεία της Γέφυρας (Κολώνες, Μορέως Ήδιστα, Δουκάτο), για να δοκιμάσετε κλασικά μονεμβασίτικα γλυκά, όπως είναι τα αμυγδαλωτά και οι σαμουσάδες (μοιάζουν με μπακλαβά).

Με θέα θάλασσα

Βόλτα στο Νότιο Τείχος, δίπλα στη θάλασσα. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Το πιο διάσημο τέκνο της Μονεμβασιάς είναι ο Γιάννης Ρίτσος, που μετά από μια μεγάλη –από πολλές απόψεις– ζωή τάφηκε στα γενέθλια χώματα. Λίγο πριν από την Κεντρική Πύλη, χτισμένο σε ύψωμα, βρίσκεται το νεκροταφείο με τον τάφο του, μεγαλειώδη μέσα στην απλότητά του, με πρασινάδες που ξεπετάγονται άναρχα πάνω στο μνήμα και με άπλετη θέα στη θάλασσα.

ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ

Στις Βελιές, για Malvasia (20 λεπτά)

Στις Βελιές θα βρείτε το καμάρι της τοπικής οινοπαραγωγής, την Οινοποιητική Μονεμβασίας, που ξεκίνησε το 1997 «με βασικό στόχο την αναβίωση ενός περίφημου κρασιού που κατάγεται από την περιοχή και έφερε και το όνομά της: Malvasia για τους Φράγκους, Μονεμβασιά για τους Έλληνες», όπως αναφέρει ο αεικίνητος Γιώργος Τσιμπίδης, που μαζί με τη γυναίκα του Έλλη αναβίωσαν έναν ιστορικό τοπικό οίνο. «Εμείς ήμασταν πιστοί στρατιώτες. Αρχιστράτηγος στην προσπάθεια αναβίωσης του Μαλβαζία ήταν η Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα», η μεγάλη κυρία του ελληνικού κρασιού, χωρίς την οποία «δεν θα υπήρχε ο Μαλβαζίας, όπως δεν θα υπήρχε και σύγχρονο ελληνικό κρασί». Τι είναι, λοιπόν, το κρασί Malvasia; Ένας μονεμβασίτικος οίνος για τον οποίο υπάρχουν αναφορές ήδη από τον 13ο αιώνα, με μεγάλη απήχηση στον μεσαιωνικό και τον αναγεννησιακό κόσμο («να με πνίξετε σ’ ένα βαρέλι με κρασί Malvasia», αναφέρει ο Σαίξπηρ στον «Ριχάρδο Γ΄»). Η παραγωγή του σταμάτησε στην περιοχή πριν από αιώνες και ξαναξεκίνησε μόλις πριν από λίγα χρόνια από τον Τσιμπίδη. Πλέον, έχει κατοχυρωθεί ως οίνος ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia. Έχει γλυκιά γεύση και παρασκευάζεται από τις ποικιλίες Μονεμβασιά, Κυδωνίτσα, Ασπρούδες και Ασύρτικο. Αν αγαπάτε το κρασί, μια επίσκεψη στην Οινοποιητική Μονεμβασίας θα σας φανεί σίγουρα ενδιαφέρουσα. Μέσα στο 2020 το οινοποιείο θα μεταφερθεί σε νέο, σύγχρονο χώρο, στον άξονα Σπάρτης-Μονεμβασιάς, όπου θα φιλοξενεί περισσότερες δράσεις για το κοινό.
Τηλ. 27320-53096.

Στη Συκιά, για τυριά (20 λεπτά)

 

Ο Τάσος Κυριαζάκος στην τυροκομική μονάδα της Συκιάς. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Στη Συκιά βρίσκεται η τυροκομική εταιρεία Λαβιογάλ της οικογένειας Κυριαζάκου, που λειτουργεί από το 1955. Μπορείτε να κλείσετε ένα ραντεβού και, αφού βάλετε τη λευκή στολή και το σκουφάκι, να περιηγηθείτε στους χώρους του τυροκομείου, να δείτε κεφάλια τυριών ποτισμένα στο κρασί και ξερές μυζήθρες κομμένες σε κύβους. Η Λακωνία έχει πάρα πολλά κοπάδια με κατσίκια (βόσκουν ελεύθερα σε Ταΰγετο και Πάρνωνα), γι’ αυτό εδώ θα βρείτε αρκετά τυριά από γίδινο γάλα, «πλούσιο σε λιπαρά και πρωτεΐνες, επειδή προέρχεται από τις παλιές ελληνικές φυλές», όπως αναφέρει ο Τάσος Κυριαζάκος. Δοκιμάστε κατσικίσιο κεφαλοτύρι, γραβιέρα με μπούκοβο, κρασογραβιέρα που ωριμάζει σε οινολάσπες, αλλά και φέτα ΠΟΠ Μονεμβασιάς.
Τηλ. 27320-71515

Στα Τάλαντα, για αλεύρι (30 λεπτά)

Στο χωριό Τάλαντα, κάθε Σάββατο από τις 10.00 έως τις 15.00 παίρνει μπροστά ο παλιός –αποκατεστημένος– νερόμυλος και μετατρέπει το σιτάρι σε ένα πρώτης τάξεως σκουρόχρωμο αλεύρι ολικής αλέσεως, που κάνει τα άλευρα του εμπορίου να ωχριούν. Το κτίσμα του μύλου είναι όμορφο, πέτρινο, με τζάκι και βεράντα, ενώ στη γύρω περιοχή υπάρχουν πολλά μονοπάτια για πεζοπορίες.
* Πληροφορίες για τη λειτουργία του μύλου και τις πεζοπορίες στο τηλ. 6977-212475.

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ

Ο Παντελής Γεώργας ειδικεύεται στις αναστηλώσεις ιστορικών κτιρίων. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Ο Παντελής Γεώργας είναι πολιτικός μηχανικός, ειδικευμένος στις αναστηλώσεις ιστορικών κτιρίων. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ασχολείται με τις αποκαταστάσεις στο Κάστρο της Μονεμβασιάς. Σε ένα ταχύρρυθμο μάθημα αρχαρίων μάς επισημαίνει τα βασικά στοιχεία της φυσιογνωμίας του βυζαντινού οικισμού και μας εξηγεί ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού μονεμβασίτικου σπιτιού.

Ενετο-οθωμανική αρχιτεκτονική με ψήγματα Βυζαντίου

Τα περισσότερα σπίτια της σημερινής Μονεμβασιάς χρονολογούνται από την Α΄ Τουρκοκρατία (1540-1690), τη Β΄ Ενετοκρατία (1690-1715) και τη Β΄ Τουρκοκρατία (1715-1821). Συνήθως συνδυάζουν διάφορες οικοδομικές φάσεις, βλέπουμε δηλαδή ότι στο ίδιο σπίτι μπορεί να υπάρχει συνδυασμός ενετικών και οθωμανικών στοιχείων (σπανιότερα και βυζαντινών), κάτι που σημαίνει ότι οι λαοί που κατέκτησαν τη Μονεμβασιά σεβάστηκαν την αρχιτεκτονική των προηγουμένων.

Το μονεμβασίτικο σπίτι

Εσωτερικό σπιτιού στο Κάστρο, με κύρια υλικά κατασκευής την πέτρα και το ξύλο. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Το κλασικό μονεμβασίτικο σπίτι είναι τριώροφο. Το ισόγειο συνήθως έχει καμάρες (μια κατασκευαστική λύση που εξασφαλίζει αντοχή), μικρές θολωτές στέρνες και αποθηκευτικούς χώρους. Οι καμάρες, πέρα από την αντοχή που προσφέρουν στο κτίσμα, δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για την ωρίμανση του κρασιού. Τα επάνω επίπεδα κάποιες φορές έχουν βεράντα, η οποία παλιά είχε χρηστικό χαρακτήρα (τη χρησιμοποιούσαν, π.χ., για την επεξεργασία προϊόντων). Κάποια σπίτια έχουν αυλές, με ελάχιστα δέντρα. Οι κήποι είναι σπάνιοι. Οι στέγες είναι δίριχτες (η παλιότερη μορφή), τρίριχτες ή τετράριχτες και γύρω τους υπάρχει ένα λούκι, το οποίο μέσω πήλινων χτιστών αγωγών οδηγεί το νερό στη στέρνα.

Ασβεστόλιθος, ξύλο και κεραμίδι

Τα σπίτια είναι πέτρινα, με αργολιθοδομή (δηλαδή τοιχοποιία από πέτρες που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία). Το βασικό πέτρωμα είναι ο ασβεστόλιθος, που προέρχεται από τον ίδιο τον βράχο. Πλέον, όταν θέλουμε να αποκαταστήσουμε ένα κτίριο, δεν σκάβουμε, αλλά συλλέγουμε πέτρες που βρίσκουμε όταν καθαρίζουμε οικόπεδα. Στη Μονεμβασιά, μια πέτρα δεν είναι ποτέ άχρηστη, πάντα επαναχρησιμοποιείται. Εκτός από ασβεστόλιθο, στα σπίτια χρησιμοποιήθηκε και πωρόλιθος (προέρχεται από λατομεία της περιοχής που πλέον έχουν κλείσει), σε τόξα, θόλους, γωνίες, γύρω από πόρτες και παράθυρα. Τα κουφώματα, τα πατώματα, οι εσωτερικές σκάλες και κάποιες φορές τα ταβάνια είναι απλές ξύλινες κατασκευές, συνήθως από έλατο ή κυπαρίσσι. Οι στέγες έχουν ξύλινο σκελετό, που καλύπτεται από λάσπη και κοίλα κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, τα κεραμίδια κατασκευάζονταν από Μονεμβασίτισσες, οι οποίες τα έπλαθαν πάνω στους μηρούς τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι (οι λεγόμενοι τσατμάδες) παλιά ήταν φτιαγμένοι από ξύλο, καλάμι και σοβά. Πλέον χρησιμοποιούμε τούβλα.

Πεζοπορία στα μονοπάτια των Ταλάντων, σε κοντινή απόσταση από τον αποκατεστημένο νερόμυλο. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Οι αποχρώσεις της ώχρας

Οι εξωτερικοί τοίχοι ήταν σοβατισμένοι. Με τα χρόνια έχει φύγει ο σοβάς, οπότε έχουν μείνει και αρμολογημένες επιφάνειες. Στις αποκαταστάσεις χρησιμοποιούμε υλικά με βάση τις ενδείξεις που έχουμε από τα παλιά κονιάματα και ανάλογα προκύπτει η απόχρωση του νέου σοβά, άλλοτε προς το κόκκινο, άλλοτε προς την ώχρα. Τον 20ό αιώνα ασβεστώθηκαν πάρα πολλά σπίτια. Από τις (ελάχιστες) έγχρωμες φωτογραφίες που υπάρχουν βλέπουμε ότι κατέληξαν να είναι σχεδόν λευκά, όπως στα νησιά. Παραδοσιακά όμως τα σπίτια βάφονταν σε γήινα χρώματα, ίσως για να εντάσσονται καλύτερα στο τοπίο και να μην είναι ορατά στους κατακτητές.

Φημισμένοι Μάστορες

Είναι γνωστό ότι από τους βυζαντινούς χρόνους οι μάστορες της Μονεμβασιάς ήταν φημισμένοι για την τέχνη τους στη θολοδομία (καμάρες), η οποία τους έκανε γνωστούς στην ευρύτερη περιοχή. Από τις πηγές που έχουμε φαίνεται ότι τους καλούσαν και σε άλλα μέρη, εκτός Μονεμβασιάς, για να κατασκευάσουν θόλους. Αυτή η παράδοση δεν χάθηκε ποτέ και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αν σε ένα σπίτι βρούμε έναν μισοκατεστραμμένο θόλο, υπάρχουν ντόπιοι μάστορες που έχουν τη γνώση να τον επανακατασκευάσουν.

Καστροπολιτεία

Η Μονεμβασιά ακολουθεί τη βυζαντινή τυπολογία μιας πόλης-κάστρου με τα τρία μέρη: ακρόπολη, Πάνω και Κάτω Πόλη. Η ακρόπολη βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και είναι ένα τετράγωνο φρούριο με τέσσερις πύργους, έναν σε κάθε γωνία, για τον έλεγχο της ενδοχώρας. Πλέον από την ακρόπολη της Μονεμβασιάς έχουν απομείνει ερείπια. Η Άνω Πόλη (που κατοικήθηκε τον 6ο αιώνα) έχει εγκαταλειφθεί, αν και εδώ σώζονται κάποια μνημεία, όπως είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας. Η Κάτω Πόλη κατοικήθηκε λίγους αιώνες μετά την Άνω Πόλη και δεν έχει σταματήσει να κατοικείται έκτοτε. Το Κεντρικό Καλντερίμι (που ήταν και παραμένει ο κεντρικός άξονας της Μονεμβασιάς) ενώνει την Κεντρική Πύλη με την πύλη προς τον Φάρο, ενώ υπήρχε κι ένας άλλος άξονας, που έχει αλλοιωθεί με τα χρόνια και ένωνε το Πορτέλο (την πύλη στη θάλασσα) με την Άνω Πόλη.

Το Κεντρικό Καλντερίμι είναι ο κύριος και πιο πολυσύχναστος άξονας του Κάστρου. (Φωτογραφία: ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ)

Η Άνω Πόλη (που άρχισε να εγκαταλείπεται μετά τη Β΄ Ενετοκρατία) είναι μια δημόσια έκταση, ένας ανοιχτός αρχαιολογικός χώρος χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας, που ελέγχεται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η Κάτω Πόλη είναι επίσης κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος, μόνο που εδώ υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας, περίπου 160 κτίρια και κάποια οικόπεδα. Τα περισσότερα κτίσματα χρησιμοποιούνται ως ξενώνες, εξοχικά, ταβέρνες και τουριστικά μαγαζιά. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι ελάχιστοι, γιατί η ζωή στο Κάστρο δεν είναι εύκολη. Ακόμα και εμείς που δουλεύουμε και δεν μένουμε εδώ συναντάμε δυσκολίες που κανείς δεν τις φαντάζεται, π.χ. στις αποκαταστάσεις παλιών σπιτιών όλα τα άχρηστα υλικά πρέπει να βγουν έξω από το Κάστρο και όλα τα νέα να μπουν είτε με καρότσια είτε με μουλάρια.

 (ΠΗΓΗ:www.kathimerini.gr)

Pin It

ΔΩΡΕΑΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ TOEIC

ΜΟΡΙΟΔΟΤΟΥΜΕΝΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ

Easy Education